Meaning of αγριοβούβαλο | Babel Free
Ορισμοί
μεγάλο φυτοφάγο θηλαστικό των υγροτόπων, συγγενικό με το ήμερο βουβάλι, γνωστό για τη δύναμη και την αντοχή του
Ισοδύναμα
English
African buffalo
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.