αγρέπαυλη
Ορισμοί
μεγάλη και πολυτελής αγροτική κατοικία / έπαυλη, συχνά με εκτάσεις για γεωργικές ή κτηνοτροφικές δραστηριότητες
Παραδείγματα
“※ Νότια της Γεωργικής Σχολής Μεσσαράς και δυτικά του Μετροπολιανού ποταμού ανασκάφθηκε το 1958 μεγάλη μινωική αγρέπαυλη στη θέση Κανιά. (http://odysseus.culture.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free