Meaning of αγουρομαραζάρης | Babel Free
/a.ɣu.ɾo.ma.ɾaˈza.ɾis/Ορισμοί
που μαράζωσε πρόωρα, που γέρασε πρόωρα από τις αντιξοότητες της ζωής
literary
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια, Κ στίχ. 687 (687-689), αρχική έκδοση 1938.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.