HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγουρέλαιο | Babel Free

Noun CEFR B2
/a.ɣuˈɾe.le.o/

Ορισμοί

  1. ελαιόλαδο που έχει παραχθεί από:
  2. από άγουρες, πράσινες ελιές
  3. από την αρχική σύνθλιψη των καρπών της ελιάς χωρίς τη συνακόλουθη χρήση θερμότητας (ψυχρή έκθλιψη), όπως λ.χ. ζεστού νερού

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγουρέλαιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course