Meaning of αγουρέλαιο | Babel Free
/a.ɣuˈɾe.le.o/Ορισμοί
- ελαιόλαδο που έχει παραχθεί από:
- από άγουρες, πράσινες ελιές
- από την αρχική σύνθλιψη των καρπών της ελιάς χωρίς τη συνακόλουθη χρήση θερμότητας (ψυχρή έκθλιψη), όπως λ.χ. ζεστού νερού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.