Meaning of αγοραστικός | Babel Free
/a.ɣo.ɾa.stiˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται στην ενέργεια του αγοράζω
- χαρακτηρισμός γι' αυτόν που αγοράζει
Παραδείγματα
“οι αγοραστικές συνήθειες των Ελλήνων καταναλωτών”
the purchasing habits of the Greek consumer
“το αγοραστικό κοινό”
the buying public
“η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μειώθηκε λόγω του πληθωρισμού”
“οι αγοραστικές συνήθειες των ελλήνων καταναλωτών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.