Meaning of αγοραστική δύναμη | Babel Free
/a.ɣo.ɾa.stiˈci ˈði.na.mi/Ορισμοί
η ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που μπορεί να αποκτήσει κάτι ή κάποιος με ορισμένο χρηματικό ποσό ή εισόδημα
Ισοδύναμα
English
purchasing power
Παραδείγματα
“Η αγοραστική δύναμη της δραχμής.”
“Η αγοραστική δύναμη του μέσου πολίτη.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.