Meaning of αγκυλώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
- θα αγκυλώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγκυλώνω
- να αγκυλώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.