Meaning of αγκιστρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
- θα αγκιστρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγκιστρώνω
- να αγκιστρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.