αγιόκλημα
Ορισμοί
αναρριχητικό φυτό του γένους Lonicera με ευωδιαστά άνθη
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskizimolez
Catalàlligabosc
Danskgedeblad
Ελληνικάαιγόκλημα
Esperantolonicero
Suomikuusama
Gàidhligiadh-shlat
עבריתיערה
Hrvatskizimolez
Italianomadreselva
日本語匂忍冬
Latinacaprifolium
Nederlandskamperfoelie
Românăcaprifoi
Српскиzimolez
Svenskakaprifol
Türkçehanımeli
Українськажимолость
Tiếng Việtkim ngân
中文忍冬
Παραδείγματα
“※ Το αγιόκλημα, τα λουλούδια του βάλτου, η μανόλια και η μυστηριώδης μυρωδιά του ποταμού μύριζαν την ατμόσφαιρα, ενισχύοντας την εισβολή της οργανικής αθλιότητας. Ήταν αφροδισιακή και καταπιεστική, απαλή και βίαιη ταυτόχρονα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free