HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγιοταφίτικος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/a.ʝo.taˈfi.ti.kos/

Ορισμοί

  1. που ανήκει, ή σχετίζεται ή προέρχεται με τον Άγιο Τάφο ή με αγιοταφίτη
  2. άλλη μορφή του αγιοταφίτικος

Παραδείγματα

“η αγιοταφίτικη αδελφότητα του Παναγίου Τάφου”
“η Ιερά Αγιοταφιτική Αδελφότητα του Παναγίου Τάφου”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγιοταφίτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course