Meaning of αγιοταφίτικος | Babel Free
/a.ʝo.taˈfi.ti.kos/Ορισμοί
- που ανήκει, ή σχετίζεται ή προέρχεται με τον Άγιο Τάφο ή με αγιοταφίτη
- άλλη μορφή του αγιοταφίτικος
Παραδείγματα
“η αγιοταφίτικη αδελφότητα του Παναγίου Τάφου”
“η Ιερά Αγιοταφιτική Αδελφότητα του Παναγίου Τάφου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.