Meaning of αγιοποιημένων | Babel Free
/a.ʝi.o.pi.i.ˈme.non/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιοποιημένος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αγιοποιημένος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγιοποιημένος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.