HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγιογραφικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/a.ʝi.o.ɣɾa.fiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την αγιογραφία ή τον αγιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
  2. ο σχετικός με την Αγία Γραφή

Ισοδύναμα

English hagiographic

Παραδείγματα

“※ Ακόμη κι όταν τα θέματα του δεν προέρχονται από την χριστιανική πίστη αλλά από την ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία, ο τρόπος που τα απεικονίζει είναι… αγιογραφικός μιας και αυτός είναι ο δικός του τρόπος να περνά το δικό του χριστιανικό μήνυμα.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγιογραφικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course