Meaning of αγιογδύτης | Babel Free
/a.ʝoˈɣði.tis/Ορισμοί
- αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα μιας εκκλησίας
-
αυτός που εκμεταλλεύεται οποιαδήποτε μέθοδο για να αποκτήσει κέρδος offensive
Παραδείγματα
“※ Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.