HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγιογδύτης | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.ʝoˈɣði.tis/

Ορισμοί

  1. αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα μιας εκκλησίας
  2. αυτός που εκμεταλλεύεται οποιαδήποτε μέθοδο για να αποκτήσει κέρδος
    offensive

Παραδείγματα

“※ Βέβαια λίγο πολύ συνέπλεε με τον Μάγο, που όμως φάνταζε ατσίδας, σαλτιμπάγκος, αρκούντως αγιογδύτης ενώ αυτή το έπαιζε άμωμη παρθένος, δεν καθόταν μύγα στο σπαθί της.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγιογδύτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course