HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγιαστούρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.ʝaˈstu.ɾa/

Ορισμοί

  1. μάτσο βασιλικού που χρησιμοποιείται από τον ιερέα για να ραντίσει με αγιασμό
  2. έπαινος, ο οποίος συνοδεύεται από υπερβολές ο οποίος έχει ως σκοπό την κολακεία
    figuratively, ironic, rare

Ισοδύναμα

English aspergillum

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: αγιαστήρα”
“※ Έβγαζαν το φέρετρο, ενώ ο παπάς έψελνε, το έδεναν με σχοινιά, το έσερναν, εκείνο κατέβαινε γλιστρώντας, έφτανε στον πάτο του λάκκου, ο ιερέας κουνούσε την αγιαστούρα του και η πρώτη φτυαριά χώμα έπεφτε κιόλας πάνω στην κάσα.”
“Επειδή ξέρω ότι θα ξεκινήσεις την αγιαστούρα για να σε πάρω μαζί μου, σου λέω από τώρα: όχι.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγιαστούρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course