Meaning of αγιαστούρα | Babel Free
/a.ʝaˈstu.ɾa/Ορισμοί
- μάτσο βασιλικού που χρησιμοποιείται από τον ιερέα για να ραντίσει με αγιασμό
-
έπαινος, ο οποίος συνοδεύεται από υπερβολές ο οποίος έχει ως σκοπό την κολακεία figuratively, ironic, rare
Ισοδύναμα
English
aspergillum
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αγιαστήρα”
“※ Έβγαζαν το φέρετρο, ενώ ο παπάς έψελνε, το έδεναν με σχοινιά, το έσερναν, εκείνο κατέβαινε γλιστρώντας, έφτανε στον πάτο του λάκκου, ο ιερέας κουνούσε την αγιαστούρα του και η πρώτη φτυαριά χώμα έπεφτε κιόλας πάνω στην κάσα.”
“Επειδή ξέρω ότι θα ξεκινήσεις την αγιαστούρα για να σε πάρω μαζί μου, σου λέω από τώρα: όχι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.