Meaning of αγεωγράφητος | Babel Free
/a.ʝe.oˈɣɾa.fi.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει γνώσεις γεωγραφίας
- που δεν έχει περιγραφεί γεωγραφικά, αχαρτογράφητος
Ισοδύναμα
English
ungeographic
Παραδείγματα
“αγεωγράφητος άνθρωπος”
“αγεωγράφητη περιοχή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.