HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγελοποίηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.ʝe.loˈpi.i.si/

Ορισμοί

  1. η συγκρότηση πλήθους ομοειδών ζώων σε αγέλη
    literally, rare
  2. η άκριτη συνένωση ατόμων σε ομάδα, συχνά με απώλεια προσωπικής σκέψης και αυτονομίας
    figuratively, offensive, rare

Παραδείγματα

“※ Εξάρτηση και μάλιστα έντονη και παθολογική είναι και η αγελοποίηση της νεολαίας στο ποδόσφαιρο.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγελοποίηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course