HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγγρίφι | Babel Free

Noun CEFR B1
/aŋˈɡɾi.fi/

Ορισμοί

  1. γάντζος
  2. σκλήθρα, πελεκούδι
  3. αγκάθι
  4. αιχμηρή προεξοχή βράχου ή μυτερός και απόκρημνος βράχος
    plural-only
  5. δυσκολία
    figuratively

Παραδείγματα

“τ' αροκάνιστο το ξύλο έχει αγγρίφια”
“→ χρειάζεται παράθεμα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / δημοτικό”
“που να σε φαν τ' αγγρίφια (κατάρα: να σκοτωθείς στα βράχια, κι εκεί να σαπίσεις)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγγρίφι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course