Meaning of αγγλικούρα | Babel Free
/aŋ.gliˈku.ɾa/Ορισμοί
-
αγγλικός όρος ή αγγλισμός που παρεμβάλλεται αχρείαστα στον λόγο, συνήθως προς εκνευρισμό των άλλων π.χ. σόρι αντί για συγγνώμη ή ίντερνετ αντί για διαδίκτυο offensive
-
οποιοσδήποτε αγγλικός όρος, ειδικά εκείνος που είναι δυσνόητος general
Παραδείγματα
“Σταμάτα να πετάς αγγλικούρες!”
“※ Το αγγλικό επιφώνημα θαυμασμού, χαράς, λύπης, «WAW» (ουάου), ακούω όλο και περισσότερο από μεσήλικες φίλους και γνωστούς, αντί για το αντίστοιχο ελληνικό «πω πωωωω». Την αγγλικούρα αυτή δεν θεωρώ ότι την λένε από μοντερνιά, αλλά από ασυνείδητο τηλεοπτικό επηρεασμό τους από τον κο Βαρουφάκη. Αυτός λόγω της μακρόχρονης θητείας του σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια και των επαφών του με φοιτητές, φυσικό είναι να το έχει συνηθίσει, εμείς όμως;”
“※ Κι εκεί που διαβάζω με προσοχή και αφοσίωση τη γνώμη σου και τα σχόλια,ξαφνικά σκάει αυτή η “αγγλικούρα” και ψάχνω στο Google ή ρωτάω τα παιδιά μου.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.