HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγγλικανικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/aŋ.gli.ka.niˈkos/

Ορισμοί

που αναφέρεται ή σχετίζεται με την εκκλησία της Αγγλίας ή κάποια από τις άλλες εκκλησίες ανά τον κόσμο που ακολουθούν το ίδιο δόγμα με αυτήν

Ισοδύναμα

English Anglican

Παραδείγματα

“※ Κι αν ο καθολικός ναός του Αγίου Ανδρέα είναι μέχρι σήμερα ενεργός, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αγγλικανικό, επί της οδού Καψάλη, κοντά στο παλιό λιμάνι, ένα πανέμορφο πέτρινο κτίσμα, κλειστό μέχρι νεωτέρας. Η αγγλικανική κοινότητα της Πάτρας, στις μέρες μας, αριθμεί πολύ λίγα μέλη, κυρίως γυναίκες μεγάλης ηλικίας.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγγλικανικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course