Meaning of αγγελοβλεπούσα | Babel Free
/aŋ.ɟe.lo.vleˈpu.sa/Ορισμοί
- αυτή που έχει αγγελικό βλέμμα
- αυτή που βλέπει αγγέλους (ιδίως για την Παναγία)
Παραδείγματα
“Όμορφη γλυκιά μου αγγελοβλεπούσα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.