Meaning of αγγελικός | Babel Free
/aŋ.ɟe.liˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται ή ανήκει στον άγγελο, τον αγγελιαφόρο ή το ουράνιο πλάσμα
- πολύ όμορφος και αγνός
- το μοναχικό σχήμα
Παραδείγματα
“αγγελική ρήση, αγγελικά τάγματα”
“αγγελικό πρόσωπο, αγγελικό χαμόγελο”
“«ντύθηκε το αγγελικό σχήμα»”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.