Meaning of αγγειώδη | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αγγειώδης
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγγειώδης
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.