Meaning of αγγειοσύσπαση | Babel Free
/aŋ.ɟi.oˈsi.spa.si/Ορισμοί
σύσπαση η οποία προκαλείται σε αγγείο του ανθρώπινου σώματος με αποτέλεσμα τη μείωση της διαμέτρου, η αγγειοσυστολή
Παραδείγματα
“※ Όχι μόνο οι καρδιολογικοί ασθενείς αλλά και υγιή άτομα κινδυνεύουν από την αφρικανική σκόνη, σύμφωνα με τον καθηγητή Κοχιαδάκη, γιατί όπως λέει η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να δημιουργεί αυξημένη συχνότητα παλμών, αυξημένη αρτηριακή πίεση, αγγειοσύσπαση στα στεφανιαία αγγεία, αλλά επίσης μπορεί να αυξήσει και την επίπτωση των οξέων θρομβωτικών επεισοδίων, ακόμη και σε άτομα χωρίς ιστορικό.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.