Meaning of αγγειοπλαστικός | Babel Free
/aŋ.ɟi.o.pla.stiˈkos/Ορισμοί
- που χρησιμοποιείται για την κατασκευή αγγείων, που αφορά τους αγγειοπλάστες
- που σχετίζεται με την αγγειοπλαστική επέμβαση
Ισοδύναμα
English
angioplastic
Παραδείγματα
“αγγειοπλαστικός τροχός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.