Meaning of αγγειολογία | Babel Free
/aŋ.ɟi.o.loˈʝi.a/Ορισμοί
- κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των αγγείων
- κλάδος της ανατομίας που ασχολείται με τις παθήσεις των αρτηριών, των φλεβών και των λεμφαγγείων
Ισοδύναμα
English
angiology
Παραδείγματα
“κλινική αγγειολογία, πανελλήνιο συνέδριο αγγειολογίας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.