Meaning of αγγειογράφος | Babel Free
/aŋ.ɟi.oˈɣɾa.fos/Ορισμοί
- ζωγράφος που διακοσμεί την επιφάνεια ενός αγγείου με παραστάσεις ανθρώπων ή ζώων ή αφηρημένα σχήματα
- συσκευή που κάνει τις αγγειογραφίες
Παραδείγματα
“※ Νέο μπλακ – άουτ προκαλεί στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, τον Ευαγγελισμό, η βλάβη του μοναδικού (πλην όμως παλαιού) αγγειογράφου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση των καρδιοπαθών ασθενών.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.