HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγγειογράφος | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/aŋ.ɟi.oˈɣɾa.fos/

Ορισμοί

  1. ζωγράφος που διακοσμεί την επιφάνεια ενός αγγείου με παραστάσεις ανθρώπων ή ζώων ή αφηρημένα σχήματα
  2. συσκευή που κάνει τις αγγειογραφίες

Παραδείγματα

“※ Νέο μπλακ – άουτ προκαλεί στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, τον Ευαγγελισμό, η βλάβη του μοναδικού (πλην όμως παλαιού) αγγειογράφου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση των καρδιοπαθών ασθενών.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγγειογράφος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course