Meaning of αγαπητικός | Babel Free
/a.ɣa.pi.tiˈkos/Ορισμοί
- ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση
- ο εραστής
-
αυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες dated
Ισοδύναμα
English
lover
Παραδείγματα
“Ο Γιάννης είναι ο αγαπητικός της Μαρίας και είναι μαζί εδώ και δύο χρόνια.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.