HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγαναχτισμένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C2
/a.ɣa.na.xtiˈzme.nos/

Ορισμοί

άλλη γραφή του αγανακτισμένος

familiar

Παραδείγματα

“※ Αναμφίβολα οι στόλοι των Ευρωπαίων δε θα έκαναν ζημιά στην πόλη, όπου ήταν συγκεντρωμένο το εμπόριο τους με την Ανατολή, αλλά ο αγαναχτισμένος όχλος, που είχε ξεσηκωθεί, απειλούσε όλους τους Ευρωπαίους κατοίκους.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγαναχτισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course