Meaning of αγαναχτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
- θα αγαναχτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αγαναχτώ
- να αγαναχτήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.