Meaning of αγανάκτηση | Babel Free
/a.ɣaˈna.kti.si/Ορισμοί
μεγάλη δυσαρέσκεια, οργή, παραφορά, και ειδικά το συναίσθημα που νιώθει κάποιος που πιστεύει ότι έχει αδικηθεί με κάποιον τρόπο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“εκφράζω την αγανάκτησή μου”
“προκαλώ την αγανάκτηση κάποιου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.