αγανάκτηση
Ορισμοί
μεγάλη δυσαρέσκεια, οργή, παραφορά, και ειδικά το συναίσθημα που νιώθει κάποιος που πιστεύει ότι έχει αδικηθεί με κάποιον τρόπο
Ισοδύναμα
23 more languages
Българскивъзмуще́ние
Catalàindignació
DeutschauspfeifenEmpörungEntrüstungErbitterungFrustFrustrationÜberforderungVerärgerungVerbitterungVerdrussVerzweiflung
Ελληνικάαποθηρίωση
हिन्दीआक्रोश
Te Reo Māorihēmanawatanga
Македонскиправдољубивост
Українськаобурення
Tiếng Việtcăm phẫn
中文憤慨
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free