HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγαλματοποιός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/a.ɣal.ma.to.piˈos/

Ορισμοί

που κατασκευάζει αγάλματα, γλύπτης

Ισοδύναμα

English Statuary

Παραδείγματα

“※ Στην πρώτη στροφή ο Τυανεύς, εξονομάζοντας την καταγωγή του από τα Τύανα, αυτοσυστήνεται (μάλλον στη Ρώμη) ως έμπειρος αγαλματοποιός, αναγνωρισμένος από το ευρύ κοινό αλλά και από φιλότεχνους συγκλητικούς.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγαλματοποιός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course