HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγαλλίαση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.ɣaˈli.a.si/

Ορισμοί

  1. συναίσθημα μεγάλης χαράς και ευφροσύνης
  2. αίσθημα ανακούφισης, ηρεμίας

Ισοδύναμα

English Exultation

Παραδείγματα

“≋ ταυτόσημα: αγάλλισμα, αναγάλλιασμα (λιγότερο επίσημο)”
“※ Ο μαρμάρινος Έρωτας τοξοθραύστης του Γεωργίου Βρούτου, πάλι, ένα έργο του 1896, ξεχωρίζει σαν χερουβείμ ανάμεσα στους ψηλούς θάμνους του Εθνικού Κήπου. Ενώ τη μέρα είναι σαν να προκαλεί μια αγαλλίαση με την αθωότητά του, τις νύχτες έχει αποτελέσει μάρτυρα και τοπόσημο βραχύβιων ερωτικών περιπετειών.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγαλλίαση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course