Meaning of αγέραστος | Babel Free
/aˈʝe.ɾa.stos/Ορισμοί
- που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος
- που έχει νεανική όψη ή νεανική ενεργητικότητα παρά την προχωρημένη ηλικία του
Παραδείγματα
“※ Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.