Meaning of αγέλαστος | Babel Free
/aˈʝe.la.stos/Ορισμοί
αυτός που δε γελάει, ο ανέκφραστος
Παραδείγματα
“※ Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη).”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.