HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβεβαιότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/a.ve.veˈo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, έλλειψη βεβαιότητας ή σιγουριάς
  2. αίρεση αναβλητική ή διαλυτική σε αβέβαιο γεγονός

Ισοδύναμα

English uncertainty

Παραδείγματα

“※ Αβεβαιότητα και φόβος είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που πλαισιώνουν την πανδημία του κορωνοϊού και τις επιπτώσεις του στην οικονομία, προκαλώντας παγκόσμιο «ψυχοπλάκωμα».”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβεβαιότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course