Meaning of αβεβαιότητα | Babel Free
/a.ve.veˈo.ti.ta/Ορισμοί
- κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, έλλειψη βεβαιότητας ή σιγουριάς
- αίρεση αναβλητική ή διαλυτική σε αβέβαιο γεγονός
Ισοδύναμα
English
uncertainty
Παραδείγματα
“※ Αβεβαιότητα και φόβος είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που πλαισιώνουν την πανδημία του κορωνοϊού και τις επιπτώσεις του στην οικονομία, προκαλώντας παγκόσμιο «ψυχοπλάκωμα».”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.