Meaning of αβδελλιάζω | Babel Free
/a.vðeˈʎa.zo/Ορισμοί
-
άλλη μορφή του βδελλιάζω intransitive
-
αποκτώ βδέλλες intransitive
- κτηνιατρική, αμετάβατο) νοσώ από διστομίαση (κλαπάτσα), κυρίως για χορτοφάγα ζώα, πρόβατα, βόδια, που μπορούν να πιουν νερό γεμάτο με (α)βδέλλες
-
τοποθετώ βδέλλες για αφαίμαξη transitive
- (σπάνιο, μεταβατικό συγκολλώ δύο ξύλα (συνήθως σανίδες) ή μέταλλα χρησιμοποιώντας μικρά σιδερένια στοιχεία (ελάσματα) που έχουν το σχήμα βδέλλας
Παραδείγματα
“το νερό αβδέλλιασε (έχει βδέλλες)”
“αβδέλλιασα τις σανίδες, τις έβαλα αβδελλιαστά”
“άλλες μορφές: αβδελλώνω”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.