HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβδελλιάζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.vðeˈʎa.zo/

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του βδελλιάζω
    intransitive
  2. αποκτώ βδέλλες
    intransitive
  3. κτηνιατρική, αμετάβατο) νοσώ από διστομίαση (κλαπάτσα), κυρίως για χορτοφάγα ζώα, πρόβατα, βόδια, που μπορούν να πιουν νερό γεμάτο με (α)βδέλλες
  4. τοποθετώ βδέλλες για αφαίμαξη
    transitive
  5. (σπάνιο, μεταβατικό συγκολλώ δύο ξύλα (συνήθως σανίδες) ή μέταλλα χρησιμοποιώντας μικρά σιδερένια στοιχεία (ελάσματα) που έχουν το σχήμα βδέλλας

Παραδείγματα

“το νερό αβδέλλιασε (έχει βδέλλες)”
“αβδέλλιασα τις σανίδες, τις έβαλα αβδελλιαστά”
“άλλες μορφές: αβδελλώνω”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβδελλιάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course