HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβανταδόρος | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/a.van.daˈðo.ɾos/

Ορισμοί

  1. αυτός που βοηθάει, κυρίως σε ανέντιμες δουλειές
  2. άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει άλλους πελάτες ή παίκτες.
  3. αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης.
  4. τρακαδόρος
    familiar

Ισοδύναμα

English Shill

Παραδείγματα

“※ Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, https://www.efsyn.gr/nisides/194753_lamogio)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβανταδόρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course