Meaning of έναρθρος | Babel Free
/ˈe.naɾ.θɾos/Ορισμοί
- που παράγεται με την άρθρωση, καθαρή σύναψη και εκφώνηση φθόγγων· που τον αποτελούν συλλαβές και λέξεις με σημασία και νόημα
- που εκφέρεται μαζί με το αντίστοιχο, συνήθως οριστικό, άρθρο
- που έχει αρθρώσεις ή αρθρώματα για συναρμογή των μελών του
Παραδείγματα
“Ο έναρθρος λόγος είναι η ομιλία του ανθρώπου, ενώ κατ' αντιδιαστολή ο ενδιάθετος λόγος διαμορφώνεται στην ψυχή και τη νόηση.”
“Η λέξη «μάλιστα» όταν είναι έναρθρη, ήτοι «τα μάλιστα» σημαίνει το πάρα πολύ.”
“≤ συνυπώνυμα: εμπρόθετος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.