Meaning of έκφυλος | Babel Free
/ˈek.fi.los/Ορισμοί
ακόλαστος, διεφθαρμένος
Παραδείγματα
“※ Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους σε στέρνες κάτω από κυπαρίσσια και ροδοδάφνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.