HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άνηκαν | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ˈa.ni.kan/

Ορισμοί

  1. μορφή του ανήκαν, α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω
    familiar
  2. α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω

Παραδείγματα

“※ ανακαλύφθηκαν και 18 ιδιοκτησιακοί τίτλοι που αφορούσαν χωράφια αμπελιού, τα οποία άνηκαν σε Οθωμανούς”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άνηκαν used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course