Meaning of άνηκαν | Babel Free
/ˈa.ni.kan/Ορισμοί
-
μορφή του ανήκαν, α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω familiar
- α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω
Παραδείγματα
“※ ανακαλύφθηκαν και 18 ιδιοκτησιακοί τίτλοι που αφορούσαν χωράφια αμπελιού, τα οποία άνηκαν σε Οθωμανούς”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.