Meaning of άκωλο | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άκωλος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άκωλος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.