Meaning of άζευκτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί
- άζευτος
- για σωματίδια
- αγεφύρωτος
Παραδείγματα
“Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´)”
“το μοριακό οξυγόνο διαθέτει δυο άζευκτα ηλεκτρόνια (με παράλληλα σπίν)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.