HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άζευκτος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί
  2. άζευτος
  3. για σωματίδια
  4. αγεφύρωτος

Παραδείγματα

“Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´)”
“το μοριακό οξυγόνο διαθέτει δυο άζευκτα ηλεκτρόνια (με παράλληλα σπίν)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άζευκτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course