Meaning of άγουρο | Babel Free
/ˈa.ɣu.ɾo/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγουρος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγουρος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.