HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψύχω — definition

Conjugation of ψύχω

Regular CEFR B1
ˈpsi.xo

κατεβάζω πολύ τη θερμοκρασία ενός αντικειμένου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψύχω
εσύ ψύχεις
αυτός / αυτή / αυτό ψύχει
εμείς ψύχουμε
εσείς ψύχετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψύχουν
Παρατατικός
εγώ έψυχα
εσύ έψυχες
αυτός / αυτή / αυτό έψυχε
εμείς ψύχαμε
εσείς ψύχατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψυχαν
Αόριστος
εγώ έψυξα
εσύ έψυξες
αυτός / αυτή / αυτό έψυξε
εμείς ψύξαμε
εσείς ψύξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έψυξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψύξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψύξω
εσύ ψύξεις
αυτός / αυτή / αυτό ψύξει
εμείς ψύξουμε
εσείς ψύξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψύξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψύχε
εσείς ψύχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψύξε
εσείς ψύξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψύξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψύχομαι
εσύ ψύχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψύχεται
εμείς ψυχόμαστε
εσείς ψύχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψύχονται
Παρατατικός
εγώ ψυχόμουν
εσύ ψυχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψυχόταν
εμείς ψυχόμασταν
εσείς ψυχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψύχονταν
Αόριστος
εγώ ψύχθηκα
εσύ ψύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψύχθηκε
εμείς ψυχθήκαμε
εσείς ψυχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψύχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψυχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψυχθώ
εσύ ψυχθείς
αυτός / αυτή / αυτό ψυχθεί
εμείς ψυχθούμε
εσείς ψυχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψύχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψύξου
εσείς ψυχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψυχθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary