HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψωνίζω — definition

Conjugation of ψωνίζω

Regular CEFR C2
psoˈni.zo

επιλέγω επαγγελματία εραστή, συνήθως από τον δρόμο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψωνίζω
εσύ ψωνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ψωνίζει
εμείς ψωνίζουμε
εσείς ψωνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνίζουν
Παρατατικός
εγώ ψώνιζα
εσύ ψώνιζες
αυτός / αυτή / αυτό ψώνιζε
εμείς ψωνίζαμε
εσείς ψωνίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψώνιζαν
Αόριστος
εγώ ψώνισα
εσύ ψώνισες
αυτός / αυτή / αυτό ψώνισε
εμείς ψωνίσαμε
εσείς ψωνίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψώνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψωνίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψωνίσω
εσύ ψωνίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ψωνίσει
εμείς ψωνίσουμε
εσείς ψωνίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψώνιζε
εσείς ψωνίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψώνισε
εσείς ψωνίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ψωνίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψωνίζομαι
εσύ ψωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψωνίζεται
εμείς ψωνιζόμαστε
εσείς ψωνίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνίζονται
Παρατατικός
εγώ ψωνιζόμουν
εσύ ψωνιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψωνιζόταν
εμείς ψωνιζόμασταν
εσείς ψωνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνίζονταν
Αόριστος
εγώ ψωνίστηκα
εσύ ψωνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψωνίστηκε
εμείς ψωνιστήκαμε
εσείς ψωνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψωνιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψωνιστώ
εσύ ψωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ψωνιστεί
εμείς ψωνιστούμε
εσείς ψωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψωνιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψωνίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψωνίσου
εσείς ψωνιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψωνιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary