Conjugation of ψωνίζω
psoˈni.zoεπιλέγω επαγγελματία εραστή, συνήθως από τον δρόμο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψωνίζω |
| εσύ | ψωνίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνίζει |
| εμείς | ψωνίζουμε |
| εσείς | ψωνίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ψώνιζα |
| εσύ | ψώνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψώνιζε |
| εμείς | ψωνίζαμε |
| εσείς | ψωνίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψώνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ψώνισα |
| εσύ | ψώνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψώνισε |
| εμείς | ψωνίσαμε |
| εσείς | ψωνίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψώνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψωνίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψωνίσω |
| εσύ | ψωνίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνίσει |
| εμείς | ψωνίσουμε |
| εσείς | ψωνίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ψώνιζε |
| εσείς | ψωνίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψώνισε |
| εσείς | ψωνίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψωνίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψωνίζομαι |
| εσύ | ψωνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνίζεται |
| εμείς | ψωνιζόμαστε |
| εσείς | ψωνίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ψωνιζόμουν |
| εσύ | ψωνιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνιζόταν |
| εμείς | ψωνιζόμασταν |
| εσείς | ψωνιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ψωνίστηκα |
| εσύ | ψωνίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνίστηκε |
| εμείς | ψωνιστήκαμε |
| εσείς | ψωνιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψωνιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψωνιστώ |
| εσύ | ψωνιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψωνιστεί |
| εμείς | ψωνιστούμε |
| εσείς | ψωνιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψωνιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ψωνίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψωνίσου |
| εσείς | ψωνιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψωνιστεί |