HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψυχαγωγώ — definition

Conjugation of ψυχαγωγώ

Regular CEFR B2
psi.xa.ɣoˈɣo

κάνω κάποιον να νιώθει ψυχική ικανοποίηση κι ευχαρίστηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψυχαγωγώ
εσύ ψυχαγωγείς
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγεί
εμείς ψυχαγωγούμε
εσείς ψυχαγωγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγούν
Παρατατικός
εγώ ψυχαγωγούσα
εσύ ψυχαγωγούσες
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγούσε
εμείς ψυχαγωγούσαμε
εσείς ψυχαγωγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγούσαν
Αόριστος
εγώ ψυχαγώγησα
εσύ ψυχαγώγησες
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγώγησε
εμείς ψυχαγωγήσαμε
εσείς ψυχαγωγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγώγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψυχαγωγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψυχαγωγήσω
εσύ ψυχαγωγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγήσει
εμείς ψυχαγωγήσουμε
εσείς ψυχαγωγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψυχαγωγείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψυχαγώγησε
εσείς ψυχαγωγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ψυχαγωγήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψυχαγωγούμαι
εσύ ψυχαγωγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγείται
εμείς ψυχαγωγούμαστε
εσείς ψυχαγωγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγούνταν
εμείς ψυχαγωγούμασταν
εσείς [ψυχαγωγούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγούνταν
Αόριστος
εγώ ψυχαγωγήθηκα
εσύ ψυχαγωγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγήθηκε
εμείς ψυχαγωγηθήκαμε
εσείς ψυχαγωγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψυχαγωγηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψυχαγωγηθώ
εσύ ψυχαγωγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ψυχαγωγηθεί
εμείς ψυχαγωγηθούμε
εσείς ψυχαγωγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψυχαγωγηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψυχαγωγείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψυχαγωγήσου
εσείς ψυχαγωγηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψυχαγωγηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary