HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψοφάω — definition

Conjugation of ψοφάω

Regular CEFR C2
psoˈfa.o

άλλη μορφή του ψοφώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψοφάω
εσύ ψοφάς
αυτός / αυτή / αυτό ψοφάει
εμείς ψοφάμε
εσείς ψοφάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψοφάνε
Παρατατικός
εγώ ψοφούσα
εσύ ψοφούσες
αυτός / αυτή / αυτό ψοφούσε
εμείς ψοφούσαμε
εσείς ψοφούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψοφούσαν
Αόριστος
εγώ ψόφησα
εσύ ψόφησες
αυτός / αυτή / αυτό ψόφησε
εμείς ψοφήσαμε
εσείς ψοφήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψόφησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψοφήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψοφήσω
εσύ ψοφήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ψοφήσει
εμείς ψοφήσουμε
εσείς ψοφήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψοφήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψόφα
εσείς ψοφάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψόφησε
εσείς ψοφήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ψοφήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary