HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψιλοκόβω — definition

Conjugation of ψιλοκόβω

Regular CEFR B2
psi.loˈko.vo

κόβω σε λεπτά ή μικρά κομμάτια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψιλοκόβω
εσύ ψιλοκόβεις
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκόβει
εμείς ψιλοκόβουμε
εσείς ψιλοκόβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκόβουν
Παρατατικός
εγώ ψιλόκοβα
εσύ ψιλόκοβες
αυτός / αυτή / αυτό ψιλόκοβε
εμείς ψιλοκόβαμε
εσείς ψιλοκόβατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλόκοβαν
Αόριστος
εγώ ψιλόκοψα
εσύ ψιλόκοψες
αυτός / αυτή / αυτό ψιλόκοψε
εμείς ψιλοκόψαμε
εσείς ψιλοκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλόκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιλοκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψιλοκόψω
εσύ ψιλοκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκόψει
εμείς ψιλοκόψουμε
εσείς ψιλοκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψιλόκοβε
εσείς ψιλοκόβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψιλόκοψε
εσείς ψιλοκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψιλοκόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψιλοκόβομαι
εσύ ψιλοκόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκόβεται
εμείς ψιλοκοβόμαστε
εσείς ψιλοκόβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκόβονται
Παρατατικός
εγώ ψιλοκοβόμουν
εσύ ψιλοκοβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκοβόταν
εμείς ψιλοκοβόμασταν
εσείς ψιλοκοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκόβονταν
Αόριστος
εγώ ψιλοκόπηκα
εσύ ψιλοκόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκόπηκε
εμείς ψιλοκοπήκαμε
εσείς ψιλοκοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιλοκοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψιλοκοπώ
εσύ ψιλοκοπείς
αυτός / αυτή / αυτό ψιλοκοπεί
εμείς ψιλοκοπούμε
εσείς ψιλοκοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιλοκοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψιλοκόβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψιλοκόψου
εσείς ψιλοκοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψιλοκοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary