Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψιλοκόβω |
| εσύ | ψιλοκόβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκόβει |
| εμείς | ψιλοκόβουμε |
| εσείς | ψιλοκόβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκόβουν |
Παρατατικός
| εγώ | ψιλόκοβα |
| εσύ | ψιλόκοβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλόκοβε |
| εμείς | ψιλοκόβαμε |
| εσείς | ψιλοκόβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλόκοβαν |
Αόριστος
| εγώ | ψιλόκοψα |
| εσύ | ψιλόκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλόκοψε |
| εμείς | ψιλοκόψαμε |
| εσείς | ψιλοκόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλόκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψιλοκόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψιλοκόψω |
| εσύ | ψιλοκόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκόψει |
| εμείς | ψιλοκόψουμε |
| εσείς | ψιλοκόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ψιλόκοβε |
| εσείς | ψιλοκόβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψιλόκοψε |
| εσείς | ψιλοκόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψιλοκόψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψιλοκόβομαι |
| εσύ | ψιλοκόβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκόβεται |
| εμείς | ψιλοκοβόμαστε |
| εσείς | ψιλοκόβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκόβονται |
Παρατατικός
| εγώ | ψιλοκοβόμουν |
| εσύ | ψιλοκοβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκοβόταν |
| εμείς | ψιλοκοβόμασταν |
| εσείς | ψιλοκοβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκόβονταν |
Αόριστος
| εγώ | ψιλοκόπηκα |
| εσύ | ψιλοκόπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκόπηκε |
| εμείς | ψιλοκοπήκαμε |
| εσείς | ψιλοκοπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκόπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψιλοκοπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψιλοκοπώ |
| εσύ | ψιλοκοπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιλοκοπεί |
| εμείς | ψιλοκοπούμε |
| εσείς | ψιλοκοπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιλοκοπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ψιλοκόβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψιλοκόψου |
| εσείς | ψιλοκοπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψιλοκοπεί |