Conjugation of ψιθυρίζω
psi.θiˈɾi.zoμιλάω με σχεδόν κλειστές τις φωνητικές χορδές, ώστε να ακούγομαι σιγά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψιθυρίζω |
| εσύ | ψιθυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυρίζει |
| εμείς | ψιθυρίζουμε |
| εσείς | ψιθυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ψιθύριζα |
| εσύ | ψιθύριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθύριζε |
| εμείς | ψιθυρίζαμε |
| εσείς | ψιθυρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθύριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ψιθύρισα |
| εσύ | ψιθύρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθύρισε |
| εμείς | ψιθυρίσαμε |
| εσείς | ψιθυρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθύρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψιθυρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψιθυρίσω |
| εσύ | ψιθυρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυρίσει |
| εμείς | ψιθυρίσουμε |
| εσείς | ψιθυρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ψιθύριζε |
| εσείς | ψιθυρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψιθύρισε |
| εσείς | ψιθυρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψιθυρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ψιθυρίζομαι |
| εσύ | ψιθυρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυρίζεται |
| εμείς | ψιθυριζόμαστε |
| εσείς | ψιθυρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ψιθυριζόμουν |
| εσύ | ψιθυριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυριζόταν |
| εμείς | ψιθυριζόμασταν |
| εσείς | ψιθυριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ψιθυρίστηκα |
| εσύ | ψιθυρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυρίστηκε |
| εμείς | ψιθυριστήκαμε |
| εσείς | ψιθυριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ψιθυριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ψιθυριστώ |
| εσύ | ψιθυριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ψιθυριστεί |
| εμείς | ψιθυριστούμε |
| εσείς | ψιθυριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ψιθυριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ψιθυρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ψιθυρίσου |
| εσείς | ψιθυριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ψιθυριστεί |