HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψιθυρίζω — definition

Conjugation of ψιθυρίζω

Regular CEFR B2
psi.θiˈɾi.zo

μιλάω με σχεδόν κλειστές τις φωνητικές χορδές, ώστε να ακούγομαι σιγά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψιθυρίζω
εσύ ψιθυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυρίζει
εμείς ψιθυρίζουμε
εσείς ψιθυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυρίζουν
Παρατατικός
εγώ ψιθύριζα
εσύ ψιθύριζες
αυτός / αυτή / αυτό ψιθύριζε
εμείς ψιθυρίζαμε
εσείς ψιθυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθύριζαν
Αόριστος
εγώ ψιθύρισα
εσύ ψιθύρισες
αυτός / αυτή / αυτό ψιθύρισε
εμείς ψιθυρίσαμε
εσείς ψιθυρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθύρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιθυρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψιθυρίσω
εσύ ψιθυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυρίσει
εμείς ψιθυρίσουμε
εσείς ψιθυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψιθύριζε
εσείς ψιθυρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψιθύρισε
εσείς ψιθυρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ψιθυρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψιθυρίζομαι
εσύ ψιθυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυρίζεται
εμείς ψιθυριζόμαστε
εσείς ψιθυρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυρίζονται
Παρατατικός
εγώ ψιθυριζόμουν
εσύ ψιθυριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυριζόταν
εμείς ψιθυριζόμασταν
εσείς ψιθυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυρίζονταν
Αόριστος
εγώ ψιθυρίστηκα
εσύ ψιθυρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυρίστηκε
εμείς ψιθυριστήκαμε
εσείς ψιθυριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψιθυριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψιθυριστώ
εσύ ψιθυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό ψιθυριστεί
εμείς ψιθυριστούμε
εσείς ψιθυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψιθυριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψιθυρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψιθυρίσου
εσείς ψιθυριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψιθυριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary