HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ψηφίζω — definition

Conjugation of ψηφίζω

Regular CEFR C2
psiˈfizo

εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψηφίζω
εσύ ψηφίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ψηφίζει
εμείς ψηφίζουμε
εσείς ψηφίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφίζουν
Παρατατικός
εγώ ψήφιζα
εσύ ψήφιζες
αυτός / αυτή / αυτό ψήφιζε
εμείς ψηφίζαμε
εσείς ψηφίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψήφιζαν
Αόριστος
εγώ ψήφισα
εσύ ψήφισες
αυτός / αυτή / αυτό ψήφισε
εμείς ψηφίσαμε
εσείς ψηφίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψήφισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψηφίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψηφίσω
εσύ ψηφίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ψηφίσει
εμείς ψηφίσουμε
εσείς ψηφίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ψήφιζε
εσείς ψηφίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψήφισε
εσείς ψηφίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ψηφίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ψηφίζομαι
εσύ ψηφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ψηφίζεται
εμείς ψηφιζόμαστε
εσείς ψηφίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφίζονται
Παρατατικός
εγώ ψηφιζόμουν
εσύ ψηφιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ψηφιζόταν
εμείς ψηφιζόμασταν
εσείς ψηφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφίζονταν
Αόριστος
εγώ ψηφίστηκα
εσύ ψηφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ψηφίστηκε
εμείς ψηφιστήκαμε
εσείς ψηφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ψηφιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ψηφιστώ
εσύ ψηφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ψηφιστεί
εμείς ψηφιστούμε
εσείς ψηφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ψηφιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ψηφίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ψηφίσου
εσείς ψηφιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ψηφιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary